Follow by Email

STORY BROKEN FREAKS


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο- Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ

Σε μια χώρα σαν το Japon τόσο ήσυχη και γαλήνια κανείς δεν μπορεί να μην ακούσει την κραυγή μιας γυναίκας να τρέχει απεγνωσμένη με ένα μικρό κοριτσάκι αγκαλιά και να φωνάζει σε κάποιους μαυροφορεμένους
-αφήστε μας ήσυχες, πείτε στο αφεντικό σας ότι η Νεφέλη δεν είναι πια μια από μας είναι απλώς μια θνητή και ξαφνικά ένα σύννεφο τους κάλυψε και εξαφανίστηκε μαζί με την μικρή.
14 χρόνια η μικρή νεφέλη έχει γίνει σχεδόν γυναίκα και αυτή την φορά δεν την κυνηγάει κανένας μαυροφορεμένος άντρας, αλλά ένας γοητευτικός νεαρός ξανθός με όμορφα γαλαζοπράσινα μάτια και από τα ρούχα που φοράει φαίνεται να είναι αθλητής εκείνη να επιταχύνει όλο και πιο γρήγορα και τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά της να πηγαίνουν πέρα δώθε από τον αέρα.
-νεφέλη σε παρακαλώ σταμάτα θέλω να σου μιλήσω, μην κάνεις σαν μωρό, σ’ αγαπάω!
-όχι γκάμπριελ , εσύ αγαπάς μόνο τον εαυτό σου, παράτα με έλα τώρα! του φώναζε η νεφέλη ενοχλημένη
-να σου εξηγήσω! Είπε ο γκάμπριελ
-έλα άντε πες μου
-δεν είναι αυτό που νομίζεις νεφέλη εγώ ήμουν στα αποδυτήρια και εκείνη ήρθε και με φίλησε για μένα μόνο εσύ υπάρχεις και καμία άλλη στ ορκίζομαι
-αυτά αλλού δεν είμαι πέντε να με κοροϊδεύεις, έλα πήγαινε τώρα σπιτάκι σου αλήθεια ήταν πολύ όμορφο όλο αυτό που ζήσαμε αλλά να σου πω και κάτι και να μην γινόταν αυτό εμείς θα χωρίζαμε.
-εγώ ποτέ δεν θα σε χώριζα της είπε
-θα το έκανα αυτό εγώ όμως γιατί δεν πάει άλλο κουράστηκα από σένα τους αγώνες σου, τους φίλους σου τα πάντα γι αυτό άσε με μόνη μου
-τα λες αυτά επειδή είσαι θυμωμένη κοριτσάκι μου έλα εδώ να σου δώσω ένα φιλί
-μα σε παρακαλώ γκάμπριελ καταλαβαίνεις τι σου λέω?!
-μα νεφέλη
-δεν υπάρχει μα έλα γεια πρέπει να πάω να πάω να πάρω κάτι cd με τον ντέιβιντ, αα να αυτός είναι αντίο! Και πήγε κοντά στον ντέιβιντ, που είναι ο καλύτερος φίλος της και την αγαπάει πολύ και την στηρίζει σε όλα.
-τι έγινε princess ; ρώτησε ο ντέιβιντ
-αυτό που μου είχες πει τον είδα να φιλιέται μ άλλη νομίζει ότι μπορεί να με κοροϊδέψει, προχώρα
-είναι πίσω μας
-δεν με νοιάζει ας είναι ο ηλίθιος!
Και προχώρησαν σε λίγα λεπτά ήταν στο μαγαζί με τα cd o Γκάμπριελ μπήκε και αυτός στο μαγαζί, ήταν ένα από τα πιο όμορφα μαγαζιά στο playtown, είχε πάντα πολύ κόσμο μια μικρή πίστα που φιλοξενούσε ερασιτεχνικά συγκροτήματα και τεράστιους διαδρόμους. Η νεφέλη και ο ντέιβιντ βρίσκονταν στο διάδρομο πέντε που ήταν η κλασική μουσική. Ο γκάμπριελ ήταν σχεδόν δίπλα τους, ο διάδρομος ήταν σχεδόν άδειος μόνο ένα αγόρι βρισκόταν λίγο πιο πέρα και διάλεγε κάτι cd.
-νεφέλη τι την θες την κλασική μουσική? Ρώτησε ο ντέιβιντ
-θα σου πω μετά θέλω να το προσθέσω σε κάποια τραγούδια μας θα δεις
Ο γκάμπριελ την πλησίασε ξανά αυτήν την φορά με άγριες διαθέσεις και την άρπαξε από το χέρι και της είπε
-θα έρθεις μαζί μου τώρα εμένα δεν μ αφήνει καμία
-α, να που έγινε και μην ζητάς και τα ρέστα γκάμπριελ έλα σε παρακαλώ και χαμήλωσε τους τόνους της φωνής σου έχει κόσμο εδώ δεν πας καλά
Εκείνος την έσφιξε πιο δυνατά
-άσε με, με πονάς είπε η νεφέλη σχεδόν δακρυσμένη
-άσε την ήσυχη δεν άκουσες τι είπε γκάμπριελ είπε ο ντέιβιντ
-εσύ φρικιό μην μιλάς το ξέρουμε ότι αυτό ήθελες
-μην τον ξαναπείς έτσι είπε η νεφέλη νευριασμένη και ένιωσε μέσα της μια φλόγα να καίει , ο γκάμπριελ άρχισε να την σπρώχνει για να φύγουν εκείνη του φώναζε ότι πονούσε
-άσε την τώρα είπε το παιδί που καθόταν λίγο πιο πέρα αλλιώς θα το μετανιώσεις , ο γκάμπριελ τον κοίταξε νευριασμένος και προχώρησε εκείνος τότε τον άρπαξε και τον έσπρωξε πίσω ο γκάμπριελ έπεσε πάνω στα cd και έπεσαν όλα κάτω θόρυβος ακούστηκε στο μαγαζί. Ο γκάμπριελ του έδωσε μια μπουνιά και το αγόρι τον έσπρωξε και άρχισε να τον χτυπάει και αυτός, μπήκε και ο ντέιβιντ η νεφέλη άρχισε να φωνάζει και σε λίγο και τα τέσσερα παιδία βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Αφού τα άκουσαν ο καθένας περίμενε τους γονείς του για να μπορέσουν να φύγουν. Πρώτοι πρώτοι έφτασαν οι γονείς του γκάμπριελ που μίλησαν με τους αστυνομικούς και έφυγαν αθόρυβα, και αμέσως μετά ήρθαν και οι γονείς του ντέιβιντ, η νεφέλη άρχισε να γελάει η μητέρα του είχε πλάκα έτσι όπως φώναζε στους αστυνομικούς και ο ντέιβιντ κόκκινος από την ντροπή
-μην γελάς της είπε τ αγόρι
-γιατί απαγορεύεται?
-όχι απλά εσύ φταις που μπλέξαμε
-α, για σε παρακαλώ του είπε η νεφέλη σ ευχαριστώ αλλά δεν σου είπα εγώ να του σπάσεις το κεφάλι
-ναι έχεις δίκιο έπρεπε να τον αφήσω να σου σπάσει το χέρι η νεφέλη γύρισε από την άλλη σε λίγο ήρθε και η μητέρα του λούκας, του παιδιού που βοήθησε την νεφέλη ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα , πλησίασε τον λούκας και του είπε με ένα αυστηρό ύφος
-πάω μέσα εμείς οι δυο έχουμε να πούμε πολλά και προχώρησε μπροστά
-πω αυτή δέρνει ρε συ είπε η νεφέλη , ο λούκας δεν μίλησε απλά σηκώθηκε μόλις είδε την μητέρα του να βγαίνει. Ο αστυνομικός φώναξε και την νεφέλη και της είπε να φύγει γιατί πήρε τηλέφωνο η άμη η αδερφή της και δεν μπορεί να έρθει και παρακάλεσε τον κύριο φίτ πάτερα της συμμαθήτριάς της έριν να την αφήσει και έτσι έφυγε, όταν κατέβηκε είδε τον λούκας να μαλώνει με την μητέρα του εκείνη μπήκε σε ένα αυτοκίνητο και έφυγε και ο εκείνος πήγαινε προς το πάρκο, η νεφέλη τον ακολούθησε χωρίς να ξέρει γιατί. Το πάρκο ήταν άδειο. Όταν έφτασε στο πάρκο όμως την περίμενε μια έκπληξη, ο λούκας ήταν στον αέρα πετούσε, η νεφέλη ξανακοίταξε και ο λούκας βρισκόταν ακόμα εκεί, την παράσταση έκοψε το κινητό της η νεφέλη το έβγαλε γρήγορα να το κλείσει. Όταν ξανασήκωσε το κεφάλι της ο λούκας δεν ήταν εκεί και κοίταξε φοβισμένη γύρω της
-ψάχνεις κάτι? της είπε ο λούκας που βρισκόταν δίπλα της, η νεφέλη τραβήχτηκε πίσω
-όχι του είπε απλά τυχαία ήρθα εδώ και σε είδα να
-τι είδες? Ρώτησε ο λούκας νευριασμένος
-σε είδα να πετάς λούκας
-που το ξέρεις εσύ το όνομα μου?
-το άκουσα όταν σε φώναξε η μαμά σου αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας
-και ποιο είναι κοριτσάκι μου ότι είσαι θεότρελη?!
-ξέρω πολύ καλά τι είδα
-που εννοείς ότι είδες γιατί εγώ δεν έκανα τίποτα και καληνύχτα τώρα
Και ο λούκας έφυγε να πάει σπίτι του, η νεφέλη δεν θα το άφηνε έτσι και έτσι τον παρακολούθησε ξανά. Ήξερε ότι όλα αυτά που είδε δεν ήταν της φαντασίας της και ήθελε αυτό να αποδείξει και ο λούκας της είχε κινήσει το ενδιαφέρον. Ο λούκας έφτασε στο σπίτι του ήταν μια τεράστια βίλα με μεγάλους τοίχους γύρω και ένα φύλακα στην εξώπορτα, ο λούκας κάτι είπε με τον φύλακα και κατευθύνθηκε προς την αυλή σε ένα σπιτάκι πάνω στο δέντρο ήταν το αγαπημένο του μέρος από τότε που μετακόμισε με την μητέρα του στο playtown, η νεφέλη ήταν συνέχεια από πίσω του αόρατη, πρόσφατα είχε ανακαλύψει ότι μπορούσε να το κάνει αυτό και ξαφνικά ένιωσε να γίνεται ξανά ορατή και έτσι κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο.
-ποιός είναι εκεί ρώτησε ο λούκας τρομαγμένος γιατί είδε κάτι να κινείται στο θάμνο και πήρε μια πέτρα και την έριξε και βρήκε τον στόχο του
-αουτσ! Με χτύπησες είπε η νεφέλη και εμφανίστηκε μπροστά του ο λούκας έμεινε δεν το πίστευε
-μα καλά πώς μπήκες, ανέβα γρήγορα η μητέρα μου ανέβα
-έλα να με πάρεις
-δεν προλαβαίνω θα κάνουμε περισσότερο χρόνο
-πέτα τότε
-τι λες τώρα ανέβα γρήγορα σε παρακαλώ η νεφέλη ανέβηκε μόλις είδε τον λούκας τόσο ανήσυχο
-τέρας είναι η μαμά σου και κάνεις έτσι ?
-κοίτα κοριτσάκι δεν ξέρω τι πρόβλημα έχεις, και με ακολουθείς αλλά μην το ξανακάνεις δεν θέλω να μιλάω με κανέναν
-και γιατί αυτό? Τι σου έκανα?
-τίποτα αλλά μου λες και κάνεις αλλόκοτα πράγματα όπως το να με ακολουθείς σπίτι μου να νομίζεις ότι πετάω
-μα το είδα λούκας μην μου το αρνηθείς ξέρω τι βλέπω
-να και αυτό πάλι το όνομα μου που το έμαθες?! Βλέπεις εσύ είσαι ακόμα πιο παράξενη, η νεφέλη δεν μίλησε κοίταζε κάτι
-τι κοιτάς?
-λούκας παίζεις κιθάρα?
-ναι, παίζω νεφέλη είπε ο λούκας με ένα τόνο
-να και εσύ που το ξέρεις τ όνομα μου?
-γιατί ρε ηλίθια το φώναζε συνέχεια ο άλλος ‘νεφέλη θα έρθεις μαζί μου’
-και το συγκράτησες ?
-είναι όμορφο όνομα και είναι εκείνο που με έμπλεξε σε φασαρία δεν ξεχνιέται εύκολα, η νεφέλη γέλασε ο λούκας την κοίταξε είχε κάτι παράξενο αυτή η κοπέλα και εκεί που δεν το περίμενε πήρε την κιθάρα του και άρχισε να παίζει ένα κομμάτι και να τραγουδάει, ο λούκας έμεινε άφωνος είχε υπέροχη φωνή κι τραγούδησε το αγαπημένο του τραγούδι. Όταν σταμάτησε ο λούκας της είπε
-έχεις υπέροχη φωνή το ξέρεις? Η νεφέλη χαμογέλασε και κοίταξε την ώρα
-πρέπει να φύγω λούκας είναι αργά και θα ανησυχεί η αδερφή μου και έχουμε και σχολείο αύριο
-ναι έχουμε καλύτερα να πηγαίνεις αρκετές εκπλήξεις σήμερα σε ποιο σχολείο πηγαίνεις θέλω να σου φέρω κάτι.
-στην βασιλειάδα εδώ πιο κάτω
-θα τα πούμε εκεί τότε γιατί και εγώ εκεί γράφτηκα εννιά το πρωί
-καλά είπε η νεφέλη και του χαμογέλασε
-έλα να σε συνοδέψω να μην ρωτάει ο φύλακας
-δεν πειράζει θα βγω όπως μπήκα
-πώς δηλαδή ?ρώτησε ο λούκας
-από τα κάγκελα είπε η νεφέλη
-α ναι φυσικά από τα κάγκελα είπε ο λούκας ειρωνικά αλλά έλα καλύτερα να σε πάω εγώ ως ένα σημείο και βγήκαν και την πήγε μέχρι το σπίτι της εκείνη τον αγκάλιασε και του είπε στο αυτί
-χαίρομαι πολύ που πετάς λούκας και έφυγε, ο λούκας έμεινε να την κοιτάζει


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο- Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ



Πράγματι έξω από το σχολείο βρισκόταν ο λούκας σε λίγο έφτασαν ο ντέιβιντ με την νεφέλη.
-να σου γνωρίσω από δω λούκας ο ντέιβιντ ο καλύτερος μου φίλος είπε η νεφέλη, ο λούκας του έδωσε το χέρι και είπε
-γιατί δεν είναι κανείς εδώ τι ώρα αρχίζουμε?
-10 είπε ο ντέιβιντ ουρλιάζοντας σχεδόν.
-και τι κάνουμε από τώρα ?
-εσύ μου είπες λούκας 9 η ώρα αύριο σχολείο δεν θυμάσαι συμπλήρωσε η νεφέλη
-ναι αλλά νόμιζα ότι τότε αρχίζουμε
-και τι θα κάνουμε τόση ώρα εδώ? Ρώτησε ο ντέιβιντ
-πάμε να κάτσουμε μέσα θέλω να σας πω κάτι σημαντικό είπε η νεφέλη και τα παιδιά απορημένα την ακολούθησαν και όταν έκατσαν η νεφέλη άρχισε
-λοιπόν λούκας εγώ και ο ντέιβιντ είχαμε ένα συγκρότημα παλιά, αλλά διαλυθήκαμε γιατί ήμασταν οι μόνοι που το είχαμε πάρει σοβαρά το θέμα και κανένας άλλος. Και έλεγα μήπως ήθελες να μπεις και εσύ γιατί λέμε να το ξαναφτιάξουμε
-wow princess σ’ αγαπώ φώναξε ο ντέιβιντ και την αγκάλιασε
-εντάξει εσύ έχεις ωραία φωνή εγώ παίζω κιθάρα εσύ ντέιβιντ τι κάνεις?
-παίζω ντραμς αλλά χρειάζομαι καινούργια γι αυτό μαζεύω λεφτά να αγοράσω
-είναι πολύ καλός πετάχτηκε η νεφέλη
-και που θα κάνουμε πρόβα?
-στο σπίτι μου συνήθως κάναμε έχουμε και έναν ακόμα στο συγκρότημα στα πλήκτρα τον στίβεν είναι πολύ καλό παιδί είπε η νεφέλη
-εγώ λέω σήμερα να έρθετε στο δικό μου να το συζητήσουμε, αν και δεν νομίζω να αρνηθώ είπε ο λούκας βαριέμαι πολύ σ αυτή την πόλη είναι βαρετή
-στο σπίτι σου να πεις και στον γορίλα να μας αφήσει είπε η νεφέλη και γέλασε
-όχι ξέρεις εσύ πώς να μπεις και να μην σε αντιληφθεί κανείς οπότε μην χτυπήσετε είπε ο λούκας χαμογελαστά
-ναι οκ είπε η νεφέλη και σκεφτόταν τι θα κάνει
-νεφέλη πριγκίπισσα που ταξιδεύεις σήκω σε λίγο θα μπούμε την διέκοψε ο ντέιβιντ από τις σκέψεις τις.
-πάω να μιλήσω λίγο στην Λίζα είπε η νεφέλη και έφυγε, η λίζα ήταν από τις πιο ωραίες κοπέλες του σχολείου πάντα ήταν ερωτευμένη με τον γκάμπριελ και γι αυτό και για άλλα μισούσε την νεφέλη αλλά παρόλα αυτά για κάποιο λόγο έκανε την φίλη της, η νεφέλη την αγαπούσε πολύ παρόλα που την εκνεύριζε αυτή η παρέα. Η λίζα καθόταν με την Μαίρη το σκυλάκι της που την έκανε ότι ήθελε, η Μαίρη ήταν η κοπέλα του Πήτερ του πιο ωραίου του σχολείου, έτσι όπως προχωρούσε η νεφέλη κατά λάθος έπεσε πάνω στον πήτερ
-βάλε γυαλιά μικρέ του είπε δεν βλέπεις την εκνεύριζε πάρα πολύ, ο πήτερ την προσπέρασε χωρίς να την κοιτάξει καν αυτό την έκανε να τον αντιπαθεί περισσότερο. Ο ντέιβιντ που παρατηρούσε σχολίαζε και γελούσε
-γιατί γελάς ντέιβιντ?
-κοίτα λούκας την νεφέλη έχει πολύ πλάκα όλο τσακώνεται με τον πήτερ
-και γιατί αυτό?
-δεν ξέρω η νεφέλη μετακόμισε με τους γονείς της εδώ όταν ήταν δώδεκα χρονών δηλαδή πρώτη γυμνασίου και στην αρχή δεν μιλούσε σε κανέναν γιατί μας τρόμαζε λιγάκι, είναι πολύ λευκή και λέγαμε ότι είναι άρρωστη και την αποφεύγαμε και ο πήτερ τότε την πείραζε πολύ την έλεγε άσχημη και βρικόλακα εκείνη καθόταν πάντα σε μια γωνιά και δεν του μιλούσε μόνο μια φορά είχε κλάψει όταν ήταν Τρίτη γυμνασίου οι γονείς της πέθαναν σε τροχαίο κάηκαν ζωντανοί και η νεφέλη έμεινε μόνη της με την αδερφή της την άμη και τον ματίας τον αδερφό της μεγαλύτεροι από κείνη, παρόλα αυτά ο πήτερ την ενοχλούσε ακόμα εκείνη γελούσε μαζί του ότι και να της έκανε αλλά τώρα την εκνευρίζει. Μην της πεις ότι στα είπα
-όχι, αλλά αν είναι δυνατόν άσχημη η νεφέλη ? Γιατί την έλεγε έτσι? Είναι η πιο όμορφη κοπέλα που έχω δει στην ζωή μου
-εσύ απ’ όλα αυτά αυτό συγκράτησες λούκας ότι την έλεγε άσχημη? Είπε θυμωμένα ο ντέιβιντ
-τα άλλα τα ήξερα γι αυτό δεν μου έκαναν εντύπωση η μητέρα της ήταν συγγραφέας μ άρεσαν τα βιβλία της και έμαθα για τον θάνατο της
-και που ήξερες ότι ήταν η μητέρα της?
-είναι ίδιες ντέιβιντ δεν την έχει δει την μητέρα της? Ρώτησε ο λούκας
-όχι δεν την έχω δει δεν ξέρω δεν το είχα προσέξει....
Εκείνη την στιγμή διέκοψε την συζήτηση την συζήτηση τους η νεφέλη και η λίζα.
-από δω η λίζα λούκας είπε η νεφέλη
-χάρηκα είπε ο λούκας και γύρισε στον ντέιβιντ να του πει κάτι, η λίζα ψιθύρισε στο αυτί της νεφέλης
-είδες δεν μου έδωσε καθόλου σημασία αν είναι δυνατόν είμαι η πιο όμορφη κοπέλα στο σχολείο.
-έλα σταμάτα είπε η νεφέλη γελώντας και χτύπησε το κουδούνι και μπήκαν μέσα
Όταν σχόλασαν ο λούκας η νεφέλη και ο ντέιβιντ φύγανε μαζί γι να κανονίσουν και για τ’ απόγευμα τι 8α κάνουν, πίσω τους ήταν ο γκάμπριελ και ο πήτερ και συζητούσαν για την νεφέλη και όλα όσα έγιναν
-πήτερ είμαι πολύ στεναχωρημένος πώς να την κάνω να γυρίσει πίσω?
-μίλα της ξανά
-θα με σκοτώσει μίλησε της εσύ στ ορκίζομαι δεν έκανα τίποτα με την άλλη
-γιατί εγώ?
-γιατί είσαι ο καλύτερος μου φίλος και ξέρει ότι σε σένα λέω πάντα την αλήθεια και δεν θα σε αμφισβητήσει
-μπα δεν θα καταφέρω τίποτα αλλά θα κάνω μια προσπάθεια αύριο
-τι αύριο πήτερ πήγαινε τώρα σε λίγο που στρίβει μόνη της
-καλά ρε καλά μην σπρώχνεις μέλι έχει και κάνεις έτσι?!
-.....
-ναι ε?!
πιο πέρα ο λούκας έλεγε στα παιδιά να πάνε το απόγευμα σπίτι του για πρόβα και να μην χτυπήσουν να μπούνε από κει που μπήκε η νεφέλη
την προηγούμενη φορά για να δει τι έκανε.
-όχι είπε η νεφέλη θα τα πούμε στο μετρό θέλω να πάρω κάτι και θέλω να έρθετε μαζί μου
-καλά εντάξει έξι στο μετρό είπε ο ντέιβιντ και η νεφέλη συνέχισε μόνη της
από πίσω της ένιωθε κάποιος να την ακολουθεί αλλά δεν γύρισε το κεφάλι, ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να την τραβάει.
-πήτερ? με τρόμαξες τι θες και μ ακολουθείς?
-ήθελα να σου μιλήσω
-ναι ξέρω γιατί σας άκουσα πριν
-μας άκουσες ? πώς ?ήμασταν μακριά
-εννοώ φαντάζομαι γιατί θα λέγατε
-α, ναι αυτό! ξέρεις δεν τα πάμε καλά αλλά πιστεύω ότι πρέπει να με πιστέψεις ο γκάμπριελ σου λέει την αλήθεια
-και γιατί πήτερ έρχεσαι εσύ να μου τα πεις αυτά αυτό θες να είμαι πάλι με τον γκάμπριελ? και ας..... και σταμάτησε
-κι ας ? η νεφέλη δεν μίλησε και προχώρησε να φύγει δεν την ακολούθησε δεν ήθελε να την πείσει δεν ήθελε να τους ξαναδεί μαζί.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο- ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Στο μετρό...
πρώτα είχαν φτάσει ο λούκας και ο ντέιβιντ οι οποίοι μιλούσαν για κάτι τραγούδια και παραπονιόντουσαν που για άλλη μια φορά
η νεφέλη αργούσε
-που είναι ? ρωτούσε ο λούκας
-εδώ είμαι συγγνώμη που άργησα είπε η νεφέλη χαμογελώντας
-άντε πέντε ώρες είπε ο ντέιβιντ και την αγκάλιασε
-ναι φαντάσου να πηγαίναμε στο σπίτι του λούκας δέκα θα κάναμε μέχρι να ανεβούμε τα κάγκελα είπε η νεφέλη
"ψεύτρα", σκέφτηκε ο λούκας
-δεν είμαι είπε η νεφέλη δυνατά
-τι λες πριγκίπισσα ρώτησε ο ντέιβιντ απορημένος μόνη σου μιλάς?
-ο λούκας με είπε ψεύτρα δεν τ άκουσες ο ντέιβιντ και ο λούκας την κοίταζαν περίεργα
"πώς το έκανε αυτό δεν το είπα δυνατά, το σκέφτηκα"
-δεν ξέρω λούκας δεν μου έχει ξανασυμβεί είπε η νεφέλη τρομαγμένη
-στάματα το δεν θέλω να διαβάζεις την σκέψη μου και την άρπαξε απ τ χέρι και την ταρακούνησε
-διαβάζεις την σκέψη μας πριγκίπισσα? ρώτησε ο ντέιβιντ
-ναι το κάνει είπε ο λούκας και την κοίταξε
-παράτα με είπε η νεφέλη και έτρεξε ένα ταξί ερχόταν καταπάνω της
-νεφέλη πρόσεχε φώναξε ο λούκας και ο ντέιβιντ κούνησε τα χέρια του και όλα πάγωσαν εκτός από την νεφέλη τον λούκας και εκείνον
και κάποιον που έβγαινε από το ταξί, ήταν ο πήτερ που μαζί με τα άλλα δύο παιδιά έτρεξαν κοντά της. ήταν αναίσθητη κάτω.
-νεφέλη είσαι καλά? ρώτησε τρομαγμένος ο πήτερ τι έπαθε ντέιβιντ?
-την χτύπησε το ταξί απάντησε τρομαγμένος ο ντέιβιντ ζει?
-ναι ρε ηλίθιε ζει αλλά δεν συνέρχεται, νεφέλη έλα κορίτσι μου σύνελθε της φώναζε ο πήτερ ο ντέιβιντ και ο λούκας κοιτάχτηκαν απορημένοι. άλλο ένα άτομο ήρθε να συμπληρώσει την παρέα ήταν η έριν η κόρη του αστυνομικού που είχε βγάλει την νεφέλη και συμμαθήτρια τους
-τι έγινε ρώτησε? έχουν παγώσει όλα εκτός από μας και η νεφέλη? κανένας δεν της απάντησε ήταν όλοι πολύ ανήσυχοι με την νεφέλη.
η οποία άρχισε να συνέρχεται βρισκόταν στα χέρια του πήτερ
-πήτερ? τι έγινε? ρώτησε
-σε χτύπησε ένα ταξί, αλλά χάρης σε κάποιον από τους δυο εδώ που πάγωσαν τον χρόνο δεν τραυματίστηκες άσχημα
-λούκας εσύ το έκανες? ρώτησε η νεφέλη, ο λούκας κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έδειξε τον ντέιβιντ
-πονάς πουθενά? ρώτησε ο πήτερ
-το πόδι μου, πήτερ πονάει πολύ κοίτα μου μπήκε αυτό το σίδερο και είχε γίνει χλωμή
-πρέπει κάποιος να της το βγάλει είπε ο πήτερ και μετά να το θεραπεύσω ο λούκας απομακρύνθηκε, ο ντέιβιντ έδειξε φοβισμένος
-θα το κάνω μόνη μου είπε η νεφέλη
-δεν γίνεται θα πεθάνεις από τον πόνο είπε η ερίν θα το κάνω εγώ
-όχι ευχαριστώ και ακούμπησε πάνω στο σίδερο και σαν μαγνήτης το τράβηξε έξω και μετά έβγαλε μια κραυγή, ο πήτερ ακούμπησε γρήγορα το πόδι της και με μια κίνηση το θεράπευσε η νεφέλη έπεσε κάτω αναίσθητη ξανά ο πήτερ την πήρε στο χέρι και την πήγε κάπου να κάτσει και είπε
-έριν γύρνα στον πατέρα σου και εσύ ξεπάγωσε τα όλα και τα λέμε σε μια ώρα στο σπίτι μου!
-ναι είπε η έριν και έφυγε, η νεφέλη συνήλθε και αφού κάτσανε λίγο πήγαν στο σπίτι του πήτερ και άρχισαν να μιλάνε για όλα αυτά
-γιατί μόνο εμείς δεν παγώσαμε ντέιβιντ ρώτησε η νεφέλη
-δεν ξέρω μάλλον επειδή έχετε δυνάμεις και εσείς δεν ξέρω
-είναι πιθανόν είπε η ερίν, εγώ προβλέπω το μέλλον εσείς?
-εγώ θεραπεύω είπε ο πήτερ από μικρός το έκανα αυτό δεν το ήξερα ότι υπάρχουν και άλλοι με δυνάμεις, εσύ νεφέλη?
-εγώ γίνομαι αόρατη και διαβάζω την σκέψη τον άλλον μάλλον
-μάλλον? είπε ο λούκας ειρωνικά έτσι εξηγείται το πώς μπήκες σπίτι μου
-ναι έτσι μπήκα αλλά νόμιζα μόνο αυτό μπορώ να κάνω και εσύ λούκας γιατί με έκανες να νιώθω τρελή σε είδα να πετάς και μου έλεγες ότι το φαντάστηκα αν είναι δυνατόν
-δεν ήθελα να μάθεις το μυστικό μου δεν σε ήξερα καν
-δίκιο έχεις και ο δικό μου δεν θέλω να το μάθει κανείς και σας παρακαλώ μην πείτε τίποτα σε κανέναν κάντε πως δεν έγινε τίποτα είπε ο
πήτερ
-μα τι λες ρε ηλίθιε είπε η νεφέλη θυμωμένη γίνεται αυτό?
-αλίμονο και μάθω ότι είπατε κάτι είπε ο πήτερ
-μα πήτερ πώς μπορείς και το λες αυτό δεν γίνεται να τα ξέχασες όλα τόσο γρήγορα μπορούμε να κάνουμε πολλά με τις δυνάμεις μας
-και για πες μου τι να κάνω ?όνειρα σωτηρίας με κάτι χαζούς
Που νομίζουν ότι εμείς 18 μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο ενώ δεν ξέρουμε καν ποιοι είμαστε εμείς όχι κοριτσάκι μου δεν θα χάσω τον χρόνο μου με βλακείες έχω και πιο σημαντικά πράγματα να κάνω δεν θα πω τίποτα για σας και ελπίζω να κάνετε και εσείς το ίδιο...
-καλά είσαι αναίσθητος ξέρεις πόσα θα μπορούσες να προσφέρεις με τις δυνάμεις που έχεις? Είπε η νεφέλη και τα μάτια της άστραφταν.
-είμαι, γεια σας!!! έτσι και τα υπόλοιπα παιδιά έφυγαν για να πάνε σπίτι μια τους και είπαν προς το παρόν να μην το συζητήσουν. Μόλις η νεφέλη έφτασε σπίτι ήξερε ότι το τηλέφωνο της θα χτυπήσει και έτσι το έβαλε στο αθόρυβο... Ο ντέιβιντ θα πάρει σίγουρα για να συζητήσουν. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι και η νεφέλη προσπαθούσε να καταλάβει ποιος ήταν αλλά οι σκέψεις του την πολύ μπερδεμένες και έτσι δεν μπορούσε να καταλάβει αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα άνοιγε γιατί δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν και έτσι δεν άνοιξε και ανέβηκε τα σκαλάκια για να πάει στο δωμάτιο της το κουδούνι σταμάτησε να χτυπάει και η νεφέλη δεν άκουγε πια τις σκέψεις του ούτε καν μπερδεμένες. Ξάπλωσε έβαλε τα ακουστικά και έβαλε την μουσική τόσο δυνατά που να εμποδίζει ακόμα και το μυαλό της να σκέπτεται... Και έτσι την πηρέ ο ύπνος ξαφνικά το παράθυρο άνοιξε και για λίγο νόμιζε πως είδε τον λούκας στο δωμάτιο της να την κοιτάζει, αλλά μόλις σηκώθηκε δεν ήταν κάνεις, έκλεισε το παράθυρο και μετά έπεσε κάτω και ξανακοιμήθηκε.
Την επομένη μέρα στο σχολειό η ατμόσφαιρα ήταν πολύ περίεργη και τα παιδιά αντάλλαξαν ελάχιστες κουβέντες μεταξύ τους και οι μέρες κυλούσαν τόσο αργά που λες και ο χρόνος το έκανε επίτηδες, ύστερα από εβδομάδες στο σχόλασμα τα παιδιά ξεκίνησαν να φύγουν μονοί τους όπως και κάθε μέρα από εκείνη την μέρα των γεγονότων.
-νεφέλη περίμενε να φύγουμε μαζί είπε ο λούκας που βρισκόταν πίσω της.
-που πας έγινε κάτι?
-ε?
-λέω έγινε κάτι?
-όχι, γιατί το λες αυτό?
-καλά με δουλεύεις? Πες μου είσαι εσύ η νεφέλη που γνώρισα? Η πρώτη κοπέλα που γνώρισα αυτό το τρελό πλάσμα έγινε έτσι, δεν σε αναγνωρίζω ,η νεφέλη έγινε σε αναγνωρίζω αόρατη και χάθηκε.
<<άντε, χάσου μακάρι να μην σε γνώριζα ποτέ μου σε μισώ!!!>> σκέφτηκε ο λούκας
-αλήθεια με μισείς? Ρώτησε η νεφέλη
-αχαχούχα! Το ήξερα ότι μόνο έτσι θα εμφανιστείς! Είπε ο λούκας
-με κορόιδεψες?
-όχι απλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος να εμφανιστείς πάμε κάπου να μιλήσουμε.
-να πάω σπίτι μου πρώτα και μετά να σε συναντήσω εκεί που θα μου πεις?
-όχι είπε ο είπε ο λούκας και την φίλησε εκείνη έμεινε δεν το περίμενε
-το έκανα για να μην μου αντιστέκεσαι θα έρθεις θέλεις δεν θέλεις εντάξει? είπε ο λούκας γελώντας, η νεφέλη χαμογέλασε
-βλέπεις και γι αυτό το έκανα για να γελάσεις δεν θέλω να σε βλέπω θλιμμένη εγώ νόμιζα ήθελες να γίνουμε ρόκ σταρ να γίνουμε φίλοι
δεν ήξερα ότι είσαι σαν το πήτερ που τα παρατάει όλα!
-δεν είμαι σαν αυτόν αλλά εγώ τι να κάνω δεν γίνετε κάτι να το θέλω μόνο εγώ πρέπει να θέλουμε όλοι να το συζητήσουμε
-ναι και γι αυτό εγώ κανόνισα συνάντηση με όλα τα παιδιά στο παλιό σιδηροδρομικό σταθμό
-είναι όλοι εκεί?
-ναι νεφέλη πάμε δώσε μου το χέρι σου
-να πάρουμε ένα ταξί είπε η νεφέλη
-όχι θα κάνουμε κάτι καλύτερο είπε ο λούκας
-αποκλείεται δεν πετάω εγώ είπε η νεφέλη έχω υψοφοβία δεν
-μην φοβάσαι ρε χαζή θα κάνουμε κάτι άλλο θα τηλεμεταφερθούμε
-πώς? και άλλη δύναμη?
-ναι, αλλά αυτό δεν θα το πεις σε κανέναν οκ? θα ναι το μυστικό μας και της χαμογέλασε
-εντάξει είπε η νεφέλη και του έδωσε δειλά το χέρι
Σε λίγο βρίσκονταν στο σταθμό
-wow λούκας ήταν τέλειο αυτό που μπορείς και κάνεις
-σταμάτα γιατί εκεί είναι τα παιδιά ξέχασες ότι είναι μυστικό και την πήρε αγκαλιά
"σαν να είναι άλλος άνθρωπος, αλλά μ αρέσει πιο πολύ έτσι" σκέφτηκε η νεφέλη
-πόσο θα ήθελα να μάθω τι σκέφτεσαι τώρα αν υποθέσω από το χαμόγελο που έχεις σκέφτεσαι κάτι ωραίο
-ε, όχι είπε η νεφέλη και προχώρησε πιο μπροστά και χαιρέτησε τα παιδιά
-το ξανασκέφτηκες πήτερ? ρώτησε η νεφέλη χαρούμενη
-όχι δεν έχω τίποτα δεν έχω να σκεφτώ απλά ήρθα να βεβαιωθώ ότι δεν θα πείτε τίποτα, το χαμόγελο της έσβησε
-και για αυτό ήρθες εγώ νόμιζα ότι ήθελες να βρούμε άκρη να βοηθήσουμε να είμαστε μια ομάδα είπε η νεφέλη
-και εγώ αυτό σκέφτηκα είπε ο ντέιβιντ
-όποιος συμφωνεί με την νεφέλη ας σηκώσει χέρι είπε ο λούκας και σήκωσε το χέρι του και ο ντέιβιντ το ίδιο
-εγώ θα ήθελα να συμφωνήσω είπε η ερίν αλλά ξέρω όμως ότι σε κάθε ιστορία υπάρχουν και κακοί και εγώ δεν θέλω να
έχω καμία σχέση με αυτά δεν είμαι ηρωίδα και ούτε μ αρέσουν αυτά με τρομάζουν.
-τι χαζή είπε η νεφέλη φωναχτά και η ερίν την κοίταξε νευριασμένη
-δεν βγάζουμε πουθενά γι αυτό λέω να φύγω είπε ο πήτερ και κοίταξε την νεφέλη γιατί ήξερε ότι αυτή θα αντιδράσει.
-οκ, πήτερ μπορείς να φύγεις, αλλά αν χρειαστείς ποτέ βοήθεια εμάς μην έρθεις και μας ενοχλήσεις είπε η νεφέλη
-και φυσικά είπε ο πήτερ ακόμα και να πέθαινα από σένα δεν θα ζητούσα τίποτα σε μισώ της είπε και αμέσως το μετάνιωσε που το είπε
-μην μου το λες γιατί πληγώνομαι. Είπε η νεφέλη και του έσκασε ένα χαμόγελο! και έφυγε ο πήτερ μαζί με την ερίν έτσι τα τρία παιδιά έμειναν μόνη τους
-ρε princess μπορείς να μου δώσεις μια αγκαλίτσα? είπε ο ντέιβιντ
-ναι, Είπε η νεφέλη και τον αγκάλιασε σφιχτά θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη χάθηκα τελείως!!!
-δεν πειράζει princess γιατί εγώ ξέρεις ότι σ αγαπώ και δεν μπορώ να σου κρατήσω κακιά.
-τέλος οι αγκαλίτσες ας πιάσουμε δουλεία. Είπε ο λούκας και τα δυο παιδιά πεταχτήκαν τρομαγμένοι ο λούκας γέλασε λίγο και
μετά συνέχισε
-πάμε σπίτι μου για πρόβα?
-ναι είπαν Και οι δυο μαζί και σε λίγο και οι τρεις βρισκόταν στο σπίτι του λούκας





ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο- Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ BROKEN FREAKS 




-Δεν μας είπες νεφέλη εκτός από το να διαβάζεις την σκέψη των άλλων και να γίνεσαι αόρατη τι άλλο μπορείς να κάνεις?
ρώτησε ο λούκας 
-ε, princess πράγματι το έχω και εγώ απορία συμπλήρωσε ο ντέιβιντ 
-λοιπόν, αγόρια μου τα γνωστά
-τέλειο αδικία κιόλας γιατί εσύ να έχεις τόσες πολλές δυνάμεις princess?
-δεν ξέρω!!! εσύ fly man? ρώτησε η νεφέλη 
-τα γνωστά... Πετώ και τηλεμεταφερομαι αλλά θα αρχίσουμε καμία φορά την πρόβα? είπε ο λούκας
-ναι πάμε, αλλά εγώ δεν έχω drums είπε ο ντέιβιντ
-ανέβα πάνω και πάρε τα δικά μου 
-οκ
Και έτσι τα παιδιά άρχισαν την πρόβα τους, ήταν βεβαία δύσκολη η πρώτη μέρα αλλά όταν αγαπάς κάτι κάνεις τα πάντα για ν βγάλεις το καλύτερο αποτέλεσμα και έτσι δούλεψαν αρκετές ώρες και ικανοποιημένη πια σταμάτησαν να ξεκουραστούν και χωρίς να το καταλάβουν είχε κιόλας βραδιάσει.
-Πρέπει να φύγω είπε ο ντέιβιντ και μάζεψε τα πράγματα του να φύγει..
-περίμενε να φύγουμε μαζί είπε η νεφέλη και σηκώθηκε να μαζεύει και εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό της 
-άστο τα λέμε μετά είπε ο ντέιβιντ βλέπω έχεις ήδη δουλειά και με καθυστερείς 
-καλά τι έπαθες? Ρώτησε η νεφέλη ξαφνιασμένη αλλά εκείνος είχε ήδη φύγει , είναι χαζό είπε η νεφέλη δυνατά 
-ναι πράγματι τι τον πείραξε 
Η νεφέλη πλησίασε τον λούκας πολύ κοντά σήκωσε το κεφάλι και του είπε ναζιάρικα
-λούκας μπορώ να σου ζητήσω μια χάρη? 
Ο λούκας την κοίταξε 
-τι προσπαθείς να κάνεις την ρώτησε? Την ρώτησε. Εκείνη πλησίασε όλο και πιο κοντά πήρε το ένα του χέρι το έβαλε στην μέση της και πλησίασε κοντά στο αυτί του και του είπε 
-πέτα λούκας μαζί μου σε παρακαλώ εκείνος απομακρύνθηκε 
-δεν γίνεται νεφέλη μπορεί να μας δει ο καθένας τι κάνεις τώρα?
-έλα λούκας δεν θα μας δει κανείς στο υπόσχομαι και έβαλε ξανά το χέρι του στην μέση της, εκείνος δεν το ξανασκέφτηκε πήρε και το άλλο του χέρι την έσφιξε και πέταξε, ένας κρύος αέρας διαπέρασε το πρόσωπο της, και μια αίσθηση ελευθερίας 
-λούκας είναι τέλειο! Σ ευχαριστώ, ο λούκας την γύρισε μια βόλτα και μετά την κατέβασε σπίτι της, εκείνη τοθ έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και πήγε να ανοίξει την πόρτα της εκεί την περίμενε μια έκπληξη 
-επιτέλους ήρθες πάγωσα άδω περά. Είπε ο Πήτερ μόλις είδε την νεφέλη να έρχεται
-δεν μπορούσες να ανάψεις μια φωτιά να ζεσταθείς τι, τις έχεις τις δυνάμεις σου?
-να με δεις κάνεις?! Καλά θες να το μάθουν όλοι? Και γιατί σε φέρνει ο άλλος εδώ πετώντας?
-τι σε νοιάζει?! 
-εγώ το λέω για να μην σας δει κανείς είπε ο Πήτερ 
-και τώρα τι θες από μένα?
-θέλω να μιλήσουμε σε παρακαλώ πάμε κάπου να κάτσουμε κερνάω
-δεν ξέρω γιατί κάθομαι και σου μιλάω μετά απ όλα αυτά που έγιναν αλλά τέλος πάντων πάμε μέσα δεν είναι κανείς 
-πάμε κάπου άλλου καλυτέρα δεν νιώθω άνετα φαντάσου να το μάθει ο γκάμπριελ 
-και?! Αφού έχω τελειώσει μαζί του και δεν θα κάνουμε και τίποτα κακό
-ναι δίκιο έχεις καλά πάμε. Η νεφέλη άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα 
-ησυχία γιατί κοιμάται η αδελφή μου και δεν θέλω να ξυπνήσει γιατί μετά θα αρχίσει τις ερωτήσεις ποιος είσαι και τέτοια για αυτό ανέβα τα σκαλιά και η πρώτη πόρτα αριστερά είναι το δωμάτιο μου ,εγώ πάω να φέρω τίποτα
-οκ! Αλλά εσύ μου είπες ότι δεν είναι κάνεις 
-έτσι είπα? A! δεν το θυμάμαι 
Ο Πήτερ μπήκε μέσα το δωμάτιο της νεφέλη ήταν μεγάλο, καθαρό με μια μεγάλη αφίσα που κάλυπτε τον να τοίχο που ήταν η νεφέλη με μια κιθάρα σαν αληθινή rock star αφού ο Πήτερ έμεινε να την θαυμάζει , τα χρώματα Που είχε το δωμάτιο ήταν μαύρο άσπρο και μωβ αν και σκούρα το δωμάτιο ήταν ολοφώτεινο δεν μπορούσες να μην το προσέξεις αυτό, πιο διπλά ήταν η τηλεόραση μια μεγάλη και το πιο ωραίο ήταν τα δυο μικρόφωνα μαζί με την κιθάρα της στην άκρη και πήγε να την πάρει και μπήκε η νεφέλη μέσα 
-αυτή μην την ακουμπάς!
-καλά τέλεια είναι που την πηρές?
-είναι δώρο από τους γονείς μου, μου το είχαν στείλει από το τελευταίο τους ταξίδι, ξέρεις ταξίδευαν πολύ και επειδή εγώ πάντα ανυπομονούσα τι μου πέρανε μου τα στέλναμε πιο νωρίς και χαμογέλασε η νεφέλη με ένα τόσο αθώο χαμόγελο όπως τα μικρά παιδάκια που βλέπουν ένα δώρο που τους έχουν πάρει και μόλις το άνοιξαν και αντικρίζουν ότι ήταν ακριβώς αυτό που ήθελαν και ένα δάκρυσε κύλησε και το σκούπισε βιάστηκα μην την δει.
-λυπάμαι δεν το ήξερα! 
-δεν πειράζει!!!
-πάντως το δωμάτιο σου είναι τέλειο, δηλαδή όλα μέσα ακόμα και εσύ! Εσύ τον ζωγράφισες τον τοίχο με τον εαυτό του η φωτογραφία 
-όχι ο μπαμπάς μου ζωγράφιζε και μου είχε πει έτσι θα γίνεις μια ροκ σταρ 
-Μάλλον
-πες μου τι με ήθελες?
-δεν μπορώ να ξεχάσω όλα αυτά που έγιναν, δεν μπορώ να κοιμάμαι τα βράδια
-ναι, το ξέρω ούτε εγώ κοιμάμαι καλά αλλά τίποτα δεν είναι τυχαίο 
-και που κατέληξες εσύ απ όλα αυτά που έγιναν ?
-πουθενά. Αλλά δεν με νοιάζει κιόλας το απολαμβάνω γιατί μ αρέσει! Και θα μπορούσαμε να γίνουμε μια ομάδα να βοηθάμε τον κόσμο
-δεν ξέρω ακόμα είμαι πολύ μπερδεμένος 
Τα παιδιά συζητούσαν όλο το βράδυ μέχρι που την Νεφέλη την πηρέ ο ύπνος, ο Πήτερ την έβαλε σο κρεβάτι της την σκέπασε και σηκώθηκε να φύγει
-που πας ?
-σπίτι μου, νόμιζα ότι κοιμόσουν
-ναι αλλά με ξύπνησες μην φεύγεις σε παρακαλώ κοιμήσου εδώ πάντα μονή μου είμαι σχεδόν 
-που?
- μαζί μου δεν θα σε πειράξω 
-δεν σε φοβάμαι απλά είναι καλυτέρα να φύγω
-καλά όπως θες!
-καλά θα κοιμηθώ κάνε άκρη 
-Αα!!! Αυτή η αποφασιστικότητα σου
Ο Πήτερ μόλις έβαλε το κεφάλι τού στο μαξιλάρι τον πηρέ ο ύπνος
.................................................. .................................................. ...............
-Νεφέληηηη! Που είσαι? Ακόμα κοιμάσαι γιατί δεν πήγες σχολειό? Ξυπνά!!! καλά ανοίγω την πόρτα
-ποιος είσαι εσύ?
-καλημέρα είπε ο Πήτερ ντροπιασμένος σαν να είχε κάνει κάτι κακό!
-θα μου εξηγήσει κάνεις τι γίνεται εδώ?
-φύγε τώρα από το δωμάτιο μου! φώναξε η Νεφέλη
-η Άμη και έκλεισε την πόρτα δυνατά 
-sorry γι αυτό που έγινε το κατάλαβε ότι έκανε λάθος αλλά τι να της πω τώρα εγώ έτσι μπαίνω στο δωμάτιο της?! είπε η νεφέλη στον Πήτερ 
-καλά δεν έγινε και κάτι αδελφή σου είναι όσο να ναι ανησυχεί
-γιατί?
-καλά φεύγω γιατί αρκετά έκανα
-τίποτα δεν έκανες
-vampire girl τα λέμε... Και βγήκε από το δωμάτιο και έφυγε
Η Νεφέλη κατέβηκε τα σκαλάκια και πήγε στην κουζίνα όπου βρίσκονταν η Άμη
-Νεφέλη, sorry για πριν αλήθεια δεν ξέρω τι με έπιασε? Απλά τα είχες με τον Γκάμπριελ ξαφνικά βλέπω τον κολλητό του στο δωμάτιο σου και λέω τι γίνεται εδώ?! Αλλά και πάλι λάθος μου
-όχι εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη αλλά κοιμόσουν και για αυτό δεν στο είπα και δεν κάναμε τίποτα αλήθεια.
-καλά μην μου εξηγείς τίποτα πριν φύγει ήρθε και μου μίλησε ο Πήτερ όλα οκ! Πάντως πρέπει να του αρέσεις πολύ
-τι σου το είπε?
-όχι αλλά έτσι όπως μιλούσε αυτό κατάλαβα
-μπα αντιθέτως με μισεί
-καλά καλά
-πάω πάνω γιατί χτυπάει το κινητό μου 
.................................................. .................................................. ...............
Σε ένα άλλο σπίτι η ένταση δεν λείπει καθόλου
-Λούκας, σβήσε τώρα τον υπολογιστή θέλω να μιλήσουμε!!! Φώναζε η μαμά του
-δεν θέλω εγώ όμως. Φύγε!!!
-καλά πως μιλάς έτσι στην μητέρα σου? Που εγώ κάνω τα πάντα για να ζεις εσύ έτσι
-ναι, ναι τα έχω ακούσει χιλιάδες φορές αυτά
-είσαι απλά επιεικώς απαράδεκτος
-ο κύριος απαράδεκτος αποχωρεί!
-καλά συνέχισε έτσι και εσύ θα χάσεις!
<<σε μισώ!!!>>
Ο Λούκας έκλεισε την πόρτα θυμωμένος και πήγε στο πάρκο όπου είχε δει την Νεφέλη. και έκατσε εκεί και κατά περίεργο τρόπο αυτό το πάρκο ήταν σχεδόν πάντα άδειο.
-βαρέθηκα!!!
-και εγώ να σου πω την αλήθεια αλλά προσπαθώ να συμβιβάζομαι με την κάθε περίσταση είπε η Λίζα που βρήκε την ευκαιρεί να βρει τον Λούκας Μόνο του.
-έμενα δεν μ αρέσει να συμβιβάζομαι όμως σε παρακαλώ μπορείς να φύγεις θέλω να μείνω μόνος μου!
-καλά εγώ να βοηθήσω ήθελα μόνο!!!
-δεν μπορείς όμως 
-καλά φεύγω! Γεια!
Ο Λούκας απλά σήκωσε το χέρι του και η Λίζα έφυγε γρήγορα νευριασμένη. Αφού πέρασε καμία ώρα σε λίγο στο πάρκο εμφανίστηκε η Νεφέλη 
-Λούκας τι κάνεις?
-τι έγινε τι θες?
-τίποτα απλά χαιρέτησα 
-έχεις δίκιο κάτσε
-ναι και τι είπαμε ότι έχεις?
-κάτι με την μητέρα μου τίποτα το σοβαρό!!!
-οκ, και τι κάνεις άδω μονός σου?
-3ερεις θέλω να σου πω κάτι.... Από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα ...
-δεν θέλω να τ ακούσω φεύγω τώρα σε μισώ 
Η Νεφέλη προχώρησε θυμωμένη και κλαίγοντας και ο Λούκας έμεινε να την κοιτάζει απορημένος μέχρι που χάθηκε και δεν την έβλεπε πια, ξαφνικά η Νεφέλη ξαναγύρισε πίσω με αλλά ρούχα και φυσιολογική σαν να μην έγινε τίποτα,
-τι κάνει ο κιθαρίστας?
-καλά με δουλεύεις τώρα? Την μια μου λες σε μισώ και μετά από δυο λεπτά ξαναέρχεσαι και όλα καλά σαν να μην έγινε τίποτα δεν σε καταλαβαίνω εξήγησε μου σε παρακαλώ.
-χάχα καλό! Παραλίγο να το πιστέψω
-κόψε μιλάω σοβαρά!
-όπα μην μου φωνάζεις έμενα έτσι εγώ ήμουν με τον Ντέιβιντ πριν λίγα δευτερόλεπτα εδώ στο πάρκο με άφησε κάτσε να τον πάρουμε τηλέφωνο να βεβαιωθείς
-έλα Ντέιβιντ που είσαι?
-που να είμαι ρε χαζή πριν λίγα λεπτά σε άφησα 
-οκ αυτό ήθελα και το έκλεισε η Νεφέλη.
-αλήθεια λέω όμως και εγώ, ήσουν άδω πριν λίγο
-όχι εγώ κάποια άλλη 
-καλά αν προσπαθείς να με τρελάνεις τα καταφέρνεις 
-όχι, παιδάκι μου τι είναι αυτά που λες εγώ να βοηθήσω προσπαθώ
-αυτό κάπου το έχω ξανακούσει, α ναι
-ξέρεις αν η Λίζα έχει μαγικές δυνάμεις?
-όχι αποκλείετε
-καλά τίποτα βλάκα μου μπορεί να μου φάνηκε όλο αυτό
-το Σάββατο τι θα κάνουμε?
-πάμε σινεμά ?
-ναι καλά να πάρω και τον Ντέιβιντ να του το πω 
-όχι καλυτέρα να πάμε οι δυο μας
-γιατί δεν συμπαθείς τον Ντέιβιντ? 
-όχι δεν είναι αυτό απλά έτσι 
-οκ 
-μπορώ να έρθω να κοιμηθώ σπίτι σου σήμερα?
-καλά έλα μιας και δεν θα είναι η Άμη αλλά πάρε τους γονείς σου τηλέφωνο να μην ανησυχούν
-μπα πάμε
-ξέρεις να μαγειρεύεις?
-όχι γιατί?
-γιατί δεν έχει τίποτα στο σπίτι μου 
-θα παραγγέλλουμε
O Λούκας και η Νεφέλη προχώρησαν για το σπίτι της χωρίς να μιλάνε, ως που η Νεφέλη έπεσε κάτω και φώναξε 
-Λούκας σκύψε, και τρέξε οι δυο τους άρχισαν να τρέχουν γρήγορα 
-πετά εγώ θα τρέξω γιατί μας φτάνουν και θα σε πιάσουν, θα μας σκοτώσουν 
-δεν πάω πουθενά δε σ αφήνω 
-κάνε αυτό που σου λέω αλλιώς θα πεθάνουμε και οι δυο
-εγώ θα μείνω να τους αντιμετωπίσω , θέλω απαντήσεις 
-οκ Λούκας μαζί τότε, άντε λοιπόν εμφανιστείτε 
Δυο άντρες εμφανιστήκαν αμέσως και ο ένας από αυτούς μίλησε
-δεν θέλω τίποτα από σένα είπαν στον Λούκας μόνο την κοπέλα θέλουμε, με μας ανήκει
-τι εννοείτε ?ρώτησε η Νεφέλη
-εμείς δεν μπορούμε να σου εξηγήσουμε τίποτα γι αυτό έλα να σου εξηγήσει ο αρχηγός μας
-όχι δεν πάω πουθενά μαζί σας
-τότε θα έρθεις με το ζόρι
-τολμά να την ακουμπήσεις είπε ο Λούκας τους κοίταξε η γη άρχισε να τρέμει και οι δυο άντρες έπεσαν κάτω.
-πάμε Νεφέλη τρέχα! η Νεφέλη έγινε αόρατη και άρχισε να τρέχει χωρίς να βλέπει πίσω της σε λίγα λεπτά ήταν σπίτι της.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο- Στο δωμάτιο της Νεφέλης 


Η Νεφέλη έβγαλε τα κλειδιά να ανοίξει την πόρτα .
-Νεφέλη είσαι καλά?
-Λούκας με τρόμαξες! καλά είμαι έλα μπες μέσα 
-πάνω είναι το δωμάτιο μου είπε η Νεφέλη και προχώρησαν και οι δυο πάνω
-πες μου τι ήταν αυτή τι θέλουν από σένα?
-δεν ξέρω αλήθεια!
-εσύ τρέμεις τι έπαθες?
-αχ, Λούκας φοβάμαι! έλεγαν από μέσα τους ότι δεν ανήκω σ αυτόν τον κόσμο και ότι αργά η γρήγορα θα τους γυρέψω εγώ
-μην φοβάσαι εγώ δεν θα αφήσω να πάθεις κακό 
-μήπως είμαι υιοθετημένη και πράγματι τους ανήκω?
-τι μαλακιές είναι αυτές που λες
-κάτσε ένα λεπτό να πάρω ένα τηλέφωνο
Η Νεφέλη πηρέ τηλέφωνο την Άμη και της είπε ότι κάποιος της είπε ότι είναι υιοθετημένη και αυτή της είπε να πάει στο ντουλάπι της μαμάς και να πάρει ένα βίντεο και να το βάλει να το δει αμέσως έτρεξε έβαλε το βίντεο και άρχισε να βλέπει ήταν η μαμά της και διπλά της ο πατέρας της η μητέρα της ούρλιαζε από τον πόνο γιατί το μωρό έβγαινα ανάποδα η Νεφέλη προχώρησε λίγο το βίντεο τώρα το μωρό είχε βγει κανονικά και το κρατούσε η μαμά της στην αγκαλιά και της έλεγε ‘Νεφέλη, ευχαριστώ μου μωρό που ήρθες’ η Νεφέλη έβγαλε το βίντεο δεν ήθελε να δει τίποτα παραπάνω και έτσι πήγε στο δωμάτιο της χαρούμενη
-Λούκας σ αγαπώ!!! Είμαι πολύ χαρούμενη 
-καλά πες μου τι έγινε? όλα καλά?
-ναι δεν είμαι υιοθετημένη είμαι σίγουρη γι αυτό 
-ωραίο χαίρομαι για σένα φεύγω καλυτέρα
-όχι δεν θα πας πουθενά θέλω να μείνεις εδώ είπε η Νεφέλη και τον φίλησε ο Λούκας ανταποκρίθηκε και εκείνος
-λοιπόν που θα πας τελικά?
-ε λέω να κάτσω είπε ο Λούκας 
-ωραία εγώ πάω να αλλάξω να φορέσω πυτζάμες! Εσύ πάρε το κρεβάτι κάτω από το δικό μου και άνοιξε το έχει μαξιλάρι και σεντόνια στο ντουλάπι μου άνοιξε φαίνονται πάρε και πηρέ την πυτζάμα της και πήγε να αλλάξει
-καλά γιατί δεν αλλάζεις εδώ δεν θα κοιτάξω
-πάω τουαλέτα και του χαμογέλασε 
Ο Λούκας σκεφτόταν μέχρι να έρθει η Νεφέλη δεν μπορούσε να καταλάβει τι έγινε ήθελε εδώ και πολύ καιρό να γίνει και έγινε τόσο ξαφνικά την σκέψη του την διέκοψε η Νεφέλη που μπήκε μέσα φορούσε ένα σορτσάκι με μια μπλούζα που κούμπωνε μπροστά δεν μπορούσε να μην τραβήξει την προσοχή του Λούκας. ένιωθαν και οι δυο αμηχανία γι αυτό που έγινε πριν αλλά προσπαθούσαν να το αποφύγουν και έτσι άρχισαν να συζητάνε διάφορα για να νιώσουν καλυτέρα και έτσι τους πηρέ ο ύπνος συζητώντας...
Το πρωί η Νεφέλη στεκόταν με το νυχτικό αναψοκοκκινισμένη μπροστά στην ντουλάπα της. Στο πάτωμα διπλά της ήταν οι κάλτσες, τα ρούχα η μάτια της έπεσε ανήσυχη στο ασημένιο ρολόι που βρισκόταν και είδε ότι είχε αργήσει. Οχτώ το πρωί αλλά εκείνη είχε πάλι αργήσει για το σχολειό
-ποιο να βάλω Λούκας? Tο ροζ ή το μαύρο?
-κανένα, απάντησε εκείνος , ήρθε από πίσω της και την φίλησε στον σβέρκο 
-Λούκας, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα, δεν κοιμήθηκα καλά χθες. Πάω να κάνω μπάνιο. Κοφ’ το.
-μ αρέσεις όταν είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα. Είπε εκείνος, προσπαθώντας να της ξεκουμπώσει το νυχτικό.
-ζεστή, αλμυρή, με υπέροχη γεύση...
-ναι, λες και είμαι τσιπς!
-είσαι σχεδόν εξίσου νόστιμη 
-σχεδόν?
-Νεφέλη σ αγαπώ και στο λέω όχι επειδή είμαι χαρούμενος αλλά έτσι νιώθω 
Άνοιξε το νυχτικό της και χούφτωσε τα μικρά στήθη της
-για κοιτά εδώ είπε κοιτάζοντας τού είδωλο της στον καθρέφτη.
-θα σταματήσεις? Θα αργήσουμε πάλι για το σχολειό! Αντί να απαντήσει ο Λούκας της κατέβαζε το νυχτικό και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. τη φίλησε ξανά στο σβέρκο και κατέβασε τα χεριά του στην κοιλία της. Κατέβασε πιο κάτω το χέρι του, ανάμεσα στα πόδια της 
-σταματά, Λούκας. δεν μπορώ. Στ αλήθεια δεν μπορώ!
Κατά βάθος όμως δεν ήθελε να σταματήσει. Αποθυμούσε το άγγιγμα του πιο πολύ και από άλλοτε. Δεν τον χόρταινε. Τα δάχτυλα βρήκαν το απόκρυφο σημείο της και το χάιδεψαν. Της κόπηκε η ανάσα. Έκλεισε τα μάτια κι έγειρε πίσω το κεφάλι, στον ωμό του.o Λούκας την οδήγησε στο κρεβάτι .
«ωραία, αλλά σταμάτα Λούκας δεν είμαι έτοιμη ,φοβάμαι ..», ψιθύρισε η Νεφέλη. ήξερε που να την αγγίζει και πως τώρα την είχε ανάψει ολόκληρη κάνοντας την να τον θέλει περισσότερο.
-Νεφέλη, Νεφέλη!
Η Νεφέλη πάγωσε, βήματα ακούγονταν έξω από το δωμάτιο της
-Νεφέλη, Νεφέλη, Νεφέλη!!!
Η Νεφέλη όρμησε στην ντουλάπα και άρπαξε ένα φόρεμα το φόρεσε γρήγορα την στιγμή που το χερούλι της πόρτας γύριζε και μπήκε μέσα η γιαγιά.
-συγγνώμη, κορίτσι μου! Είπε με κομμένη την ανάσα 
-δεν πειράζει γιαγιά είπε η Νεφέλη ντροπιασμένη
-ετοίμασα πρωινό και γι αυτό σε φώναξα κατέβα να φάμε πες και στον φίλο σου, καλημέρα αγόρι μου!
-καλημέρα! Αποκρίθηκε ο Λούκας είχε καθίσει στην καρέκλα διπλά στο κρεβάτι με το μαξιλάρι αγκαλιά για να κρύψει το παντελόνι του που είχε φουσκώσει. Η γιαγιά έκλεισε την πόρτα και βγήκε έξω,
-ουφ παραλίγο! Είπε η Νεφέλη 
-ναι γιατί δεν κατάλαβε τι κάναμε είπε ο Λούκας 
-λες ε?
-όχι με καμία δύναμη!! Συμπλήρωσε ο Λούκας 
-ποπό!! Τι ντροπή, καλά ντύσου τώρα να πάμε κάτω να φάμε γιατί περιμένει η γιαγιά
-τι λες ντρέπομαι αστό εγώ φεύγω
-όχι θα Λούκας έρθεις γιατί θα πει η γιαγιά ότι δεν έχεις τρόπους
- έλα Νεφέλη ντρέπομαι σου λέω 
-έλα τώρα εγώ θα κάνω ένα μπάνιο και κατεβαίνω
-να πάω τότε και εγώ μια στιγμή σπίτι μου?
-όχι Λούκας θα κάνεις πολύ ώρα 
-όχι θα τηλεμεταφερθώ και σε δυο λεπτά θα έχω επιστρέψει
-αλήθεια ?
-ναι είπε ο Λούκας και την φίλησε και εξαφανίστηκε
Σε κάνα εικοσάλεπτο η Νεφέλη είχε τελειώσει είχε ντυθεί και περίμενε να έρθει ο Λούκας ,αλλά αυτός πουθενά «δεν θα έρθει» σκέφτηκε και κατέβηκε να πάει κάτω και ξαφνικά άκουσε βήματα πίσω της
-περίμενε έρχομαι ψιθύρισε ο Λούκας μην ακούσει τίποτα η γιαγιά.
-ήρθες?
-όχι, όχι στο δρόμο είμαι 
-χάχα 
Κατέβηκαν κάτω, η γιαγιά περίμενε κάτω καθισμένη και είχε φτιάξει το τραπέζι έτοιμο να φανέ, έκατσαν 
-από δω γιαγιά ο Λούκας
-χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω αγόρι μου είπε η γιαγιά και του χαμογέλασε
-και εγώ 
-άντε φάτε τώρα και μετά πηγαίνετε σχολειό γιατί θα μείνετε στο τέλος από απουσίες 
-ναι γιαγιά είπε η Νεφέλη με μια σοβαρότητα και ο Λούκας γέλασε αφού έφαγαν γρήγορα πήρανε την τσάντα τους και ξεκίνησαν για το σχολειό. Μπήκαν μέσα η Νεφέλη έκατσε μαζί με τον Ντέιβιντ και ο Λούκας πίσω σε ένα θρανίο μονός του.
-καλά που ήσουν εσύ? ρώτησε αμέσως ο Ντέιβιντ 
-σπίτι μου έχει έρθει η γιαγιά μου , μου είπε να περάσεις μετά θέλει να σε δει.
-οκ, και ο Λούκας που ήταν?
-ΕΕΕ! Δεν ξέρω στο δρόμο τον βρήκα 
-ναι, ναι
-θα περάσεις μετά από το σπίτι μου έτσι?
-ναι, φυσικά 
-σε ποσό χτυπάει?
-σε λιγότερο από τριάντα δευτέρα και να κοιτά που χτύπησε
-ωραία πάμε έξω, βασικά εγώ πάω τουαλέτα και έρχομαι
-οκ
.................................................................................................... ..
-Λούκας φώναξε ο Ντέιβιντ και εκείνος πήγε κοντά του 
-τι κάνεις zogian?
-zogian? που το ξέρεις εσύ αυτό?
-το είδα γραμμένο στο δωμάτιο της Νεφέλη χθες
-γιατί ήσουν σπίτι της?
-ναι γιατί?
-κάτσε λίγο Λίζα που πας ? φώναξε ο Ντέιβιντ 
-κάπου
-πρέπει να φύγω και εγώ είπε ο Λούκας και τηλεμεταφερθηκε
Σε λίγα λεπτά εμφανίστηκε η Νεφέλη 
-παράξενα πράγματα πριγκίπισσα
-γιατί το λες αυτό?
-τρέχει κάτι με τον Λούκας και την Λίζα?
-όχι απ ότι ξέρω
-μάλλον δεν ξέρεις γιατί εγώ τους είδα να κάνουν τώρα κοπανά μαζί
-αλήθεια?
-ναι άσε που τις προάλλες τους είδα νομίζω και για καφέ και τώρα έφυγαν βιάστηκα μαζί
-οκ πρέπει να φύγω και εγώ κάλυψε με
-Νεφέλη που πας θα έρθω μαζί σου
-ΟΧΙ
-οκ! <<ποπό τι τρομακτική άλλαξαν τα μάτια της χρώμα για μια στιγμή σαν να μου φάνηκε κάτι λάθος πάει μ αυτήν >>
Η Έριν παρακολούθησε την σκηνή και πήρε αμέσως ένα τηλέφωνο
-έρχεται η Νεφέλη από πίσω σας...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου